λόγχη


λόγχη
[лонхи] ουσ. Θ. копье, штык.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λόγχη" в других словарях:

  • λόγχη — η копие – богослужебный предмет в виде обоюдоострого ножа, с помощью которого совершаются над просфорами все действия проскомидии перед Божественной Литургией. Оно означает то копие, которым воин проколол ребра Спасителя, умершего на кресте …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • λόγχη — spear head fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λόγχῃ — λόγχη spear head fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λόγχη — Η μεταλλική αιχμή του δόρατος, που ήταν αρχικά χάλκινη και στη συνέχεια σιδερένια. Λ. χρησιμοποιούσαν πολύ οι ασιατικοί λαοί, που παρουσίαζαν ακόμα και τους θεούς τους στις διάφορες απεικονίσεις να κρατούν λ. Ο Όμηρος, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν …   Dictionary of Greek

  • λόγχη — η 1. ατσαλένιο αιχμηρό έλασμα, σαν ξίφος, που στερεώνεται στην άκρη της κάννης στρατιωτικού τουφεκιού: Με τη λόγχη του σκότωσε πολλούς εχθρούς. 2. ιερό σκεύος της εκκλησίας: Ο άρτος για τη μετάληψη κόβεται με την αγία λόγχη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λογχῇ — λογχάζω fut ind mid 2nd sg (doric) λογχάζω fut ind act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λόγχαι — λόγχη spear head fem nom/voc pl λόγχᾱͅ , λόγχη spear head fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λόγχηι — λόγχῃ , λόγχη spear head fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογχῶν — λόγχη spear head fem gen pl λογχάζω fut part act masc voc sg λογχάζω fut part act neut nom/voc/acc sg λογχάζω fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λόγχαιν — λόγχη spear head fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)